Λένε ότι η παιδική ηλικία καθορίζει τον άνθρωπο. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από εκεί.
Πράγματι οι γονείς μου έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μου και στην εξέλιξή μου. Είχα την τύχη να μεγαλώσω μέσα σ’ ένα πολύ δημιουργικό, κοινωνικό και συναισθηματικά ασφαλές περιβάλλον. Ο πατέρας μου, Αλέξανδρος Λαμπρίδης, ήταν από την Κωνσταντινούπολη. Λόγω επαγγέλματος, σα μηχανικός σε δημόσια έργα, βρέθηκε την εποχή της Ενσωμάτωσης, αρχικά στο Καστελλόριζο, το 1947 και στη συνέχεια, το 1948, στη Ρόδο. Το Καστελλόριζο ήταν τότε βομβαρδισμένο τοπίο. Ο πατέρας μου μαζί με τον αείμνηστο γιατρό Χατζηγιαννάκη και τον Μιχάλη Χόνδρο, ήσαν η τριάδα που με όρεξη και μεράκι έδωσαν νέα πνοή στο νησί. Μόλις ήλθαμε στη Ρόδο με τον ίδιο ενθουσιασμό ο πατέρας μου οργάνωσε προσκοπισμό
για τα παιδιά, ποδοσφαιρική ομάδα και γενικά, τους έμαθε ν’ αγαπούν τη ζωή!
Η μητέρα μου, Αικατερίνη Λαμπρίδη, ήταν από την Αθήνα με καταγωγή από την Κίμωλο. Όταν ήλθαμε στα Δωδεκάνησα, μόλις είχε τελειώσει το Εθνικό Θέατρο και το Ωδείο Αθήνας. Η ψυχαγωγία μας στο σπίτι ήταν να μας απαγγέλει Λόρκα. Αυτό το κλίμα με καθόρισε σαν παιδί. Τελειώνοντας το σχολείο ήταν ξεκάθαρο ότι με κάτι καλλιτεχνικό θα καταπιανόμουν κι έτσι το ’66 ο πατέρας μου αποφάσισε να με γράψει στη Σχολή Δοξιάδη, τη μόνη εικαστική σχολή που υπήρχε τότε, με σπουδαίους δάσκαλους (Μυταρά, Ζουμπουλάκη, ζωγράφο Κανέλλη κ.α).

Και μετά τις σπουδές;
Πήρα το δίπλωμα διακόσμησης, γύρισα στη Ρόδο και σχεδόν αμέσως… παντρεύτηκα κι έγινα μαμά. Ήμουν τυχερή, σήμερα μετά από τόσα χρόνια μαζί, ξέρω ότι ο άντρας μου, Απόστολος Παρασκευάς, είναι ο πιο μεγαλόψυχος άνθρωπος που έχω γνωρίσει! Δεν ήταν βέβαια όλα απλά για μένα. Ωραία η μητρότητα, αλλά μέχρις ενός ορισμένου σημείου. Φυσικά αγαπούσα και λάτρευα τα παιδιά μου, όμως ήθελα και να συμμετέχω στη ζωή γύρω μου, οπότε ήμουν παντού: στους συλλόγους του σχολείου, στην Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών όπου παλεύαμε για πράγματα ευτυχώς αυτονόητα σήμερα (όνομα, προίκα, ισότιμες σχέσεις, δικαίωμα στην ψήφο), σε θεατρικές ομάδες, στο «Φιλολογικό της Τρίτης» όπως λέγαμε τις λογοτεχνικές συναντήσεις με τη Μάρω Βαμβουνάκη, την Μαίρη Παπανδρέου, την Τίτσα Πιπίνου, τη Ρένα Κάσδαγλη, τη Λίτσα Παπαθανάση, την Έλλη Παρασκευά, τη Ζωή Φωτεινού στις οποίες διαβάζαμε βιβλία και μάλιστα κάποια τα δραματοποιούσαμε (ναι, έπαιξα και στο Εθνικό Θέατρο Ρόδου Ξανθούλη με την Αγγελική Σταματιάδου), στο Δημοκρατικό Σύνδεσμο, στην Κινηματογραφική Λέσχη με Βαγγέλη Παυλίδη και Βρατσάλη.

Ανήσυχο πνεύμα! Παίξατε ενεργό ρόλο και στα κοινά.
Το 1981 με δήμαρχο τον Σάββα Καραγιάννη, η Λίτσα Παπαθανάση μου πρότεινε και μπήκα στο Πολιτιστικό τμήμα που τότε είχε βιβλιοθήκη, εργαστήριο καλλιτεχνικών και πολλά άλλα. Ήμουν στη ΧΕΝ, στο παιδικό θέατρο, στο Δωδεκανησιακό Θέατρο με τον Θανάση Αναπολιτάνο, Παπαθανάση, Νίκο Φαρμακίδη, Μιχάλη Μπαλάνα, έντεκα άντρες κι εγώ είμασταν! Τότε έρχονταν στη Ρόδο οι καλύτερες θεατρικές μετακλήσεις, παραστάσεις με τον Κατράκη, σπουδαίες παραγωγές!

Το ραδιόφωνο υπήρξε η μεγάλη σας αγάπη, σωστά;
Ναι. Το λατρεύω γιατί σου δίνει τη δυνατότητα απλά ν’ ακούς και η φαντασία σου να συμπληρώνει τα υπόλοιπα. Μεγάλωσα ακούγοντας «Ραδιοφωνική βιβλιοθήκη» και «Το θέατρο της Δευτέρας». Φαντάζεστε λοιπόν τον ενθουσιασμό μου όταν ασχολήθηκα ενεργά (και) με αυτό. Η δουλειά μου στην ΕΡΑ το ’83 ήταν σταθμός για μένα. Με κάλεσε ο Βαγγέλης Παυλίδης και κάναμε μαζί με την Βάσω Παστρικού και τον Θανάση Καραναστάση το «Πρωινό δρομολόγιο». Επίσης είχα ένα 15νθήμερο πολιτιστικό ημερολόγιο που το ονόμαζα «Ίσως και να σας ενδιαφέρει»…

Ασχοληθήκατε και με το εμπόριο;
Προσπάθησα, αλλά το εμπορικό πνεύμα δεν το έχω. Πάντως στις αρχές του ογδόντα τολμήσαμε και φέραμε μηχανές πλεκτικές με την Ευτυχία Λεγάκη και για δεκαπέντε περίπου χρόνια είχαμε πλεκτήριο, «Το Νήμα», όπου βασικά πάλι δημιουργούσαμε καλλιτεχνικά, μέχρι που το πήραμε απόφαση ότι το εμπόριο δε μας ταιριάζει (γέλια).
Στο μεταξύ, γεννήθηκαν τα εγγόνια μου (ο Παναγιώτης, δεκαέξι χρονών σήμερα και η Μαριλί, εφτά) που, δόξα τω Θεώ, τα χάρηκα και τα χαίρομαι – ίσως περισσότερο κι απ’ ότι τα παιδιά μου, τα οποία ναι μεν μεγάλωσαν καλά, αλλά ένιωθα ότι πάντα τα… σέρναμε μαζί μας.

Πλούσια και δημιουργική ζωή. Τι συναισθήματα σας δημιουργούν αυτές οι αναμνήσεις;
Νοσταλγία. Νοσταλγώ τα νιάτα μου, τις γιορτές στο σπίτι, την εικόνα του πατέρα μου να στολίζει τη φάτνη, το πόσο δεμένοι ήμασταν όλοι τότε, τις δυνατές φιλίες, την πίστη μας ότι ο κόσμος θα γίνει καλύτερος.

Το καλλιτεχνικό εργαστήριο Χαραυγή πώς γεννήθηκε;
Το 2000 μου εμφανίστηκε μια πρόκληση: μια αρρώστια. Μελάνωμα. Μετά τον πρώτο πανικό και χάρη στην έγκαιρη διάγνωση κατάφερα να το παλέψω. Η εμπειρία αυτή στάθηκε η αφορμή να πω στον εαυτό μου ότι πρέπει να στρωθώ και να δημιουργήσω κάτι. Οφείλω να πω ότι, αν και συνήθως είναι τα παιδιά που ακολουθούν τους γονείς κι όχι το αντίστροφο, στην περίπτωσή μας ήταν η κόρη μου που με παρότρυνε και την ευγνωμονώ γι’ αυτό. Έτσι στήσαμε το καλλιτεχνικό εργαστήρι όπου τον πρώτο λόγο έχει η δημιουργία, αλλά και η χαρά να συναναστρέφομαι με νέους ανθρώπους, προσφέροντας γνώση σε τέχνες όπως η ζωγραφική, γλυπτική, κεραμική, κατασκευές και πρόσφατα, το εικαστικό κόσμημα. Έχουμε δύο σπουδαίους καλλιτεχνικούς συμβούλους, τον ζωγράφο Δημήτρη Βασιλείου και τον γλύπτη Κώστα Νεοφύτου και η δουλειά που γίνεται είναι σημαντική. Χαίρομαι βλέποντας με πόσο ενδιαφέρον οι παλιοί βοηθούν τους νεώτερους και πόσο εντυπωσιακά είναι τα αποτελέσματα. Γι’ αυτό, τον Μάϊο θα κάνουμε μία παρουσίαση εφ’ όλης της ύλης με μία μεγάλη έκθεση! Όμως εξίσου σημαντικά είναι η συντροφικότητα, η εκτίμηση, η συμπάθεια, ο αλληλοσεβασμός, το πώς συνδέονται μεταξύ τους άνθρωποι τόσο διαφορετικοί, κάτι που φαίνεται στις εκθέσεις μας όπως το καθιερωμένο χριστουγεννιάτικο μπαζάρ που φέτος θα γίνει στις 20, 21, 22, 23, 26, 27, 28, 29 και 30 Δεκεμβρίου στη Χαραυγή.

Τελευταία ασχολείστε και με το εικαστικό κόσμημα.
Είναι η πιο πρόσφατη αγάπη μου. Εκπαιδεύτηκα σε σεμινάρια στην Αθήνα όπου ένιωθα σα φοιτήτρια. Είναι μια τέχνη που συνθέτει σχέδιο, ιδέα, κατασκευή. Απαιτεί μεγάλη προσήλωση και να είσαι απόλυτα συγκεντρωμένος – δουλεύεις με τη φωτιά. Το βρίσκω συναρπαστικό.

Το μάθημα εικαστικού κοσμήματος στη Χαραυγή έχει μεγάλη ανταπόκριση. Τι χρειάζεται για ν’ ασχοληθεί κάποιος;
Δεν χρειάζονται προϋποθέσεις. Επίσης δεν ανακατευόμαστε με τους αργυροχρυσοχόους. Μας ενδιαφέρει μόνο το εικαστικό. Είναι σα να κάνουμε μικρογλυπτική. Κάθε κομμάτι είναι μοναδικό. Ο καθένας δημιουργεί αμέσως μικρά έργα τέχνης.

Ικανοποιείστε με τα έργα σας;
Ποτέ. Πάντα λέω ότι την επόμενη φορά θα το κάνω καλύτερα.

Ποιο είναι το μυστικό σας για μια ευτυχισμένη ζωή;
Ότι ζητώ λίγα.

Αν κάποιος που αντιμετωπίζει ένα σοβαρό θέμα υγείας, ζητούσε τη συμβουλή σας τι θα του λέγατε;
Μη φοβάσαι, μην το βάζεις κάτω και… ξέχνα το!

Πιστεύετε ότι η τέχνη είναι πολυτέλεια στις μέρες μας;
Όχι βέβαια. Πολυτέλεια θεωρώ το δεύτερο παπούτσι, το πολυτελές αυτοκίνητο, το μεγάλο σπίτι που δεν το κατοικούμε.

Σε τι φάση βρίσκεται ο πολιτισμός σήμερα στο νησί μας κατά τη γνώμη σας;
Θα έπρεπε να ήταν πολύ καλύτερος, αν συλλογιστούμε πόσο σπουδαίους καλλιτέχνες έχουμε. Η εξουσία, αυτοί που έχουν τον πρώτο λόγο, οι…. ανεύθυνοι-υπεύθυνοι θα μπορούσαν να αγκαλιάσουν όλον αυτόν τον κόσμο και να γίνουν θαύματα στη Ρόδο!
Θλίβομαι όταν σκέφτομαι πόσα πράγματα χάθηκαν, όπως η έκθεση γελοιογραφίας του Βαγγέλη Παυλίδη που έφερνε σκιτσογράφους από όλο τον κόσμο, το Φεστιβάλ Μεσαιωνικής Μουσικής που γινόταν μέσα στο Παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου, με φορεσιές και μεσαιωνικά μουσικά όργανα, προσελκύοντας πλήθη θεατών και πολλά άλλα. Και για τους κατοίκους, αλλά και για τον τουρισμό για τον οποίον όλοι κόπτονται στη Ρόδο, ο πολιτισμός μας είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο, ίσως το μεγαλύτερο!

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ