Η καταχώριση με τίτλο «Η Ελλάδα ανήκει στο ευρώ» την οποία ανάρτησε η γερμανική κυβέρνηση, ήταν το μόνο θετικό που βγήκε από την συνάντηση των υπουργών Οικονομικών Γερμανίας και Ελλάδας στο Βερολίνο. Το σίγουρο είναι ότι κύριος συνομιλητής μας είναι η Γερμανία είτε αυτό αρέσει είτε όχι.
Στην ανακοίνωση επισημαίνεται: «Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αρνείται ένα νέο κούρεμα του χρέους και επιμένει στην επίβλεψη του προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Η αξιοπιστία είναι η βάση της εμπιστοσύνης», είπε ο Σόιμπλε μετά την συνάντηση με τον Έλληνα υπουργό Οικονομικών. Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας επιμένει ότι η Αθήνα πρέπει να τηρήσει τις συμφωνίες.

Την άποψη των αντικειμενικών δυσκολιών την είχαμε επισημάνει πριν ξεκινήσει ο κύκλος των επαφών για την εξεύρεση συμμάχων και υποστηρικτών.
Ο Σόιμπλε δήλωσε: «Κοινές λύσεις στο θέμα του χρέους δεν βρήκε σε αυτήν την συνάντηση με τον υπουργό Οικονομικών της Ελλάδας, πρέπει να διεξαχθούν περαιτέρω διαπραγματεύσεις» και τόνισε ότι θα πρέπει να βρεθούν λύσεις για τα σημερινά προβλήματα της Ελλάδας. Η Ελλάδα ανήκει στο ευρώ».

«Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να έρθει η Ελλάδα μόνιμα σε ένα δρόμο που θα έχει μέλλον. Η Γερμανία θα συνεισφέρει με όλες τις δυνάμεις της για να κρατηθεί η Ευρώπη σε πορεία με μέλλον. Το ζήτημα δεν είναι να δημιουργηθεί μια γερμανική Ευρώπη, αλλά μια βιώσιμη ανάπτυξη. Οι νέοι άνθρωποι χρειάζονται προοπτικές. Στηρίζουμε την προσπάθεια προκειμένου οι εύποροι στην Ελλάδα να καταβάλουν το συνεισφορά τους» Επανέλαβε την πρότασή του να βοηθήσει την Ελλάδα στη δημιουργία αποτελεσματικών φορολογικών αρχών».
Σε ότι αφορά τις προεκλογικές υποσχέσεις από την πλευρά του σημερινού κυβερνώντος κόμματος, ο ίδιος σέβεται την απόφαση των Ελλήνων ψηφοφόρων, ωστόσο ελληνικά πολιτικά κόμματα έδωσαν κατά τον προεκλογικό αγώνα υποσχέσεις σε βάρος τρίτων.
Ο δικός μας υπουργός Κος Βαρουφάκης εκφράστηκε υπέρ μιας αποφασιστικής δημοσιονομικής πολιτικής: «Μπορείτε να περιμένετε από μας πως θα ενεργήσουμε με λογική για το συμφέρον του μέσου Ευρωπαίου και όχι μόνον του μέσου Έλληνα – καθώς και ακλόνητη στράτευση για μια βιώσιμη οικονομία».
Η απάντηση του Σόιμπλε ήρθε αργότερα και μας πάγωσε όλους: «Δεν γεφυρώσαμε τις διαφορές μας»

Η πορεία των διαπραγματεύσεων είναι δύσκολη και απαιτεί χαλκένδερους διαπραγματευτές. Κανένα κράτος δεν θα δεχθεί να επωμιστεί το οικονομικό κόστος άλλης χώρας και μάλιστα όταν μια τέτοια πράξη θα ήταν η αρχή για να απαιτήσουν κι άλλες χώρες του νότου το ίδιο. Απαιτείται θεσμική και κοινοβουλευτική έγκριση, η οποία αυτή τη στιγμή είναι αδύνατη.

Εμείς απαντήσαμε: «Δεν εκβιάζουμε και δεν εκβιαζόμαστε…» Μα εμείς ζητάμε ανατρεπτικά αλλαγή του status των συμφωνηθέντων.

Τη δεδομένη χρονική περίοδο χρειαζόμαστε κάτι περισσότερο από τη συμπάθεια των Ευρωπαίων εταίρων, μεγαλύτερη συναίνεση εκ των έσω και συστράτευση όλων των δυνάμεων του απανταχού ελληνισμού. Όλοι πρέπει να είμαστε «Εθνική Ελλάδος» και να είμαστε υπέρ της εθνικής μας αντιπροσώπευσης, παραμερίζοντας τις επιμέρους διαφωνίες μας. Η κριτική είναι αναγκαία κυρίως από εκείνους που ασκούν εποικοδομητική κριτική με στόχο την πρόληψη λανθασμένων κινήσεων και την διόρθωση λανθασμένων αποφάσεων. Βρισκόμαστε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος διεθνώς και αυτό όσο κι αν κάποιοι δυσκολεύονται να το αντιληφθούν είναι προς όφελός μας. Αμερική, Ρωσία, Κίνα απλώνουν το χέρι συνεργασίας. Αυτό επισπεύδει τις εξελίξεις για εξεύρεση λύσης.

Αυτό που πρέπει να διατυπώσει γρήγορα και με ακρίβεια, η κυβέρνηση είναι το σχέδιο ανάπτυξης της παραγωγικής μας μηχανής, το οποίο εμείς καταστρέψαμε. Το πολιτικό μας σύστημα εξέθρεψε το πρόβλημα. Δεν αρκεί η αναδίπλωση: Συμφωνούμε στο 70% και απορρίπτουμε το 30% του μνημονίου. Έξω υπάρχουν περισσότεροι αμφισβητίες παρά συμμεριζόμενοι τις αποκλίνουσες απόψεις μας. Μας καλούν να αναλάβουμε τις δικές μας ευθύνες. Οι επιλογές μας και οι παραλήψεις μας είναι η βασικότερη αιτία των δεινών μας. Όλες οι νέες πολιτικές δυνάμεις ανακάλυψαν σε ποιον πρέπει να ρίξουν το φταίξιμο: Το μνημόνιο. Προσωπικά αμφιβάλω αν μπήκαν στο κόπο να το διαβάσουν, πολλοί που το αμφισβήτησαν και περισσότεροι που το υπόγραψαν. Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Οι δανειστές μας διαπίστωσαν αυτό που γνωρίζουμε εμείς καλύτερα. Δεν εφαρμόσαμε τίποτα απ’ όσα προέβλεπε και δυστυχώς εφαρμόσαμε αυτό που κυρίως απαγόρευε: την αύξηση της φορολογίας! Προβάλλαμε κάθε φορά τα «ισοδύναμα» ανατρέποντας τους όρους του μνημονίου. Κάθε ομόλογο που έληγε το πληρώναμε με έκδοση νέου. Δανειζόμασταν συνεχώς με υψηλό επιτόκιο, έξοδα και προμήθειες για να αποπληρώνουμε αυτά του οφείλαμε. Διαλύθηκε ο κοινωνικός ιστός και στο τέλος βρεθήκαμε να οφείλουμε περισσότερα.

Αυτό που απαιτείται είναι εκσυγχρονισμός και ουσιαστικές χειροπιαστές μεταρρυθμίσεις: Εκσυγχρονισμός του Δημοσίου, ηλεκτρονική εφαρμογή σε όλες τις δοσοληψίας των πολιτών με το κράτος, ουσιαστική κατάργηση της γραφειοκρατίας, καμία υποβολή αίτησης ή χορήγησης πιστοποιητικού παρά μόνο ηλεκτρονικά, ηλεκτρονική πρόσβαση και οργάνωση του εθνικού κτηματολογίου, ψηφιοποίηση του Δημόσιου αρχείου, καθιέρωση ηλεκτρονικής υπογραφής σε όλα τα έγγραφα χωρίς εξαιρέσεις, δημοπρασίες δημοσίων έργων και προμηθειών του δημοσίου μόνο με ηλεκτρονική υποβολή μιας φόρμας, κατάργηση αναχρονιστικών προϋποθέσεων επαγγελματικής έναρξης δραστηριότητας, κίνητρα για έναρξη δραστηριοτήτων και προσέλκυσης ξένων επενδυτών, εξορθολογισμός ασφαλιστικού, επιτάχυνση της Δικαιοσύνης, ουσιαστικός ηλεκτρονικός αυτοέλεγχος της επαγγελματικής δραστηριότητας, σύνδεση όλων των ταμειακών μηχανών με το σύστημα πληροφοριών του υπουργείου, αυτόματη πληρωμή του ΦΠΑ με την εκάστοτε συναλλαγή, κατάργηση έκδοσης χειρόγραφων παραστατικών, αλλαγή του φορολογικού συστήματος με κατεύθυνση την παροχή επενδυτικών κινήτρων του ξένου και του εγχώριου κεφαλαίου, εφαρμογή περιουσιολογίου όχι με τη λογική εξόντωσης αλλά επαναφοράς στο σωστό δρόμο για να μην επηρεαστούν οι καταθέσεις και να αντέξει το τραπεζικό σύστημα, χαμηλά επιτόκια στις χορηγήσεις που αφορούν αναπτυξιακές επενδυτικές προτάσεις, επιδότηση της απασχόλησης, αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας, ιδιαίτερα των τεράστιων υποθαλάσσιων αποθεμάτων ενέργειας που διαθέτουμε κ.λ.π.

Αν θέλουμε να βγούμε από το τέλμα πρέπει να επιτευχθεί η θωράκιση της επάρκειας των τραπεζικών διαθεσίμων και παράλληλα να θεσπιστούν κανόνων χρηματοδότησης των υγιών ιδιωτικών αναπτυξιακών προτάσεων με επιτόκιο το οποίο να μπορεί να αντέξει η αγορά.

Μόνο αν αυξηθεί το ΑΕΠ, τότε μόνο θα αυξηθούν και τα φορολογικά έσοδα και θα μπορέσουμε με τις δυνάμεις μας να μειώσουμε το χρέος. Αυτός είναι ο δρόμος της ανάπτυξης, η όποια δεν μπορεί να έρθει από παρά μόνο από τον ιδιωτικό τομέα.

Στο κοινό στόχο πρέπει όλοι να είμαστε ενωμένοι και προς τα έξω να εκδηλώσουμε την αποφασιστικότητα μιας ενιαίας επιχειρηματολογίας.

Έτσι μπορούμε να πείσουμε και τους πλέον δύσπιστους, να ενθαρρύνουμε την αγορά μας και τις αγορές τους, να κινητοποιήσουμε τις ξένες και εγχώριες φοβισμένες δυνάμεις που τηρούν στάση αποστασιοποίησης και ουδετερότητας.

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών απέρριψε την ιδέα ενός προγράμματος που θα χρησιμεύσει ως γέφυρα και διευκρίνισε ότι δεν τον απασχολεί πώς θα ονομάζεται ο μηχανισμός ελέγχου του προγράμματος, υπογραμμίζοντας πάντως ότι μόνο με τους τρεις θεσμούς (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΚΤ, ΔΝΤ) μπορεί να γίνει η διαπραγμάτευση.
«Όλος ο ΕΜΣ και ο EFSF είναι ένα πρόγραμμα – γέφυρα. Αλλά γι’ αυτό η Ελλάδα έχει δεσμευθεί να κάνει κάποια συγκεκριμένα βήματα προκειμένου να διαλύσει τις βάσεις της οικονομικής δυσπραγίας», τόνισε ο κ. Σόιμπλε. Θύμισε ακόμη ότι λίγο πριν από τα Χριστούγεννα το πρόγραμμα παρατάθηκε ως το τέλος Φεβρουαρίου, έπειτα από αίτημα της Ελλάδας, επειδή δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τους όρους για την τελευταία δόση. «Η Ελλάδα πρέπει να εκπληρώσει μόνο αυτό που είναι μέρος του προγράμματος εδώ και δύο χρόνια. Τότε θα εκταμιευθεί η δόση. Αλλά χωρίς αυτό, θα επρόκειτο για αλλαγή του προγράμματος και θα έπρεπε να δώσει έγκριση η Βουλή» και εξήγησε ότι ούτως ή άλλως δεν θα υπέβαλλε τέτοιο αίτημα στη Βουλή, καθώς το θεωρεί λάθος.
Υποστήριξε επίσης πως η Ελλάδα για πολλά χρόνια μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης «ζούσε πολύ πάνω από τις δυνατότητές της. Κάποια στιγμή οι αγορές είπαν «δεν σε εμπιστευόμαστε και δεν σου δίνουμε άλλα δάνεια» …και τώρα (οι Έλληνες) μας λένε «δεν έπρεπε να μας είχατε δώσει τόσα πολλά δάνεια». Λοιπόν, με συγχωρείτε. Πρέπει λοιπόν να έρθουν σε έναν δρόμο προκειμένου να επανακτήσουν την εμπιστοσύνη άλλων δανειστών. Αυτός είναι ο δρόμος και σε αυτόν έχουν σημειώσει μεγάλη πρόοδο. Αλλά δεν έχουν ξεφύγει από τον κίνδυνο και αν σβήσουν όλα αυτά, θα καταστρέψουν όσα πέτυχαν».
Σε ότι αφορά το αίτημα της σύνδεσης της αποπληρωμής των δανείων με τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας, δεν έγινε συζήτηση για αναδιάρθρωση του χρέους.

Αυτό όμως δεν είναι το φλέγον πρόβλημα. Το υψηλό χρέος της Ελλάδας σήμερα είναι χρηματοδοτούμενο για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Ακόμη και οι πληρωμές των τόκων έχουν μετατεθεί στο μέλλον. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας αν δεν έχει πρόσβαση στις αγορές και για να έχει, χρειάζεται πρόγραμμα ώστε η ΕΚΤ να συνεχίσει να της διαθέτει ρευστότητα.
Το σημαντικό είναι να μην εκτρέψουμε ένα μεγαλύτερο αδηφάγο κράτος, το οποίο ούτως ή άλλως αντιπροσωπεύει το 65% της επίσημης οικονομίας, ποσοστό που δεν έχουν ούτε τα σοβιετικά κράτη. Το μνημόνιο δεν έφερε την χρεοκοπία, αλλά η χρεοκοπία το μνημόνιο. Η συνταγή μέχρι σήμερα είναι λάθος: Οι μειωμένου μισθοί δεν φέρνουν την ανάπτυξη, αλλά η ανάπτυξη φέρνει μεγαλύτερους μισθούς. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι εχθρός δεν είναι το κράτος αλλά ο κρατικοδίαιτος κρατισμός.

Όλα όσα εξαγγέλθηκαν από τον πρωθυπουργό ακούγονται ωραία. Τα θέλουμε και δεν αλλάζουμε άποψη, όμως εγκυμονούν τον κίνδυνο να εξοντωθούν οι φορολογούμενοι που μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη. Αν σκοτώσουμε τα τελευταία αδρανή κεφάλαια πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχουν άλλα. Το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι να πάρει το κράτος όλο το πλεόνασμα για να καλύψει μικρό μέρος του ελλείμματος, αλλά να οδηγήσει το πλεόνασμα στην ανάπτυξη ώστε το ποσοστό χρέους προς το ΑΕΠ να φτάσει κάτω από το 60%. Αν κυνηγηθούν αλύπητα οι τελευταίοι που μπορούν… θα ταμπουρωθούν και οι τελευταίες δυνάμεις που απόμειναν και έχουν τη δυνατότητα να φέρουν την πραγματική ελπίδα και όχι αυτή του προεκλογικού συνθήματος.

Για να υπάρξουν νέες θέσεις εργασίας πρέπει να γίνουν πρώτα επενδύσεις, μικρές και μεγάλες και κυρίως ιδιωτικές, να ενθαρρυνθούν οι υποψήφιοι επενδυτές, να παρθούν μέτρα σταθερότητας, να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των αγορών και να δοθούν πραγματικά κίνητρα επιχειρηματικής δράσης. Αυτή είναι η γέφυρα με το μέλλον και όχι ο δανεισμός που εκτρέφει το υπερτροφικό κράτος και που χρησιμεύει ουσιαστικά μόνο στις πληρωμές τους τόκων και των εξόδων δανεισμού.

Η «ελπίδα» ήταν το βασικό κίνητρο της επιλογής του λαού. Ο λαός επέλεξε. Τώρα πρέπει να επιβεβαιωθούν οι προεκλογικές προθέσεις, όχι μόνο με εξαγγελίες, αλλά και με ένα σοβαρό, αναπτυξιακό, εθνικό σχέδιο, το οποίο θα κινητοποιήσει τις δυνάμεις που μπορούν να υλοποιήσουν το ουσιαστικό περιεχόμενο της ελπίδας των πολιτών. Μόνο έτσι θα πάψει το χρέος και το κράτος να είναι αβίωτο. Μόνο τότε υπάρχει πραγματική ελπίδα.

                                                                                                               Νίκος Κωνσταντινίδης