Σε λίγες ημέρες το Σάββατο 1 Δεκεμβρίου, το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης του Δήμου Ρόδου, θα καταγράψει στο πλούσιο ημερολόγιο των πεπραγμένων της 58χρονης ιστορίας του, ένα ακόμη σημαντικό εικαστικό γεγονός. Πρόκειται για τα εγκαίνια της έκθεσης – μόνιμης συλλογής 103 έργων Ζωγραφικής, χαρακτικής, ενός σημαντικού καλλιτέχνη του περασμένου αιώνα, του Βάλια Σεμερτζίδη.

Τα έργα αυτά που έρχονται να εμπλουτίσουν τον εικαστικό θησαυρό του Μουσείου μας, αποτελούν ευγενή προσφορά-δωρεά της οικογένειας Σεμερτζίδη. Υλοποιείται έτσι μια εξαγγελία που έγινε πριν 2 χρόνια και για την οποία απαιτήθηκε υπομονή, επιμονή και πολλή θέληση προκειμένου να παρακαμφθούν μικρά και μεγάλα προβλήματα, τεχνικά, οικονομικά, διαδικαστικά.

Φτάσαμε έτσι σε ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα που μας δίδει ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση.

Στη συλλογή αυτή παρουσιάζονται έργα από όλη τη πορεία της καλλιτεχνικής δημιουργίας του ζωγράφου, τα περισσότερα από τα οποία θα εκτεθούν για πρώτη φορά.

Ο Ζωγράφος, Χαράκτης Βάλιας Σεμερτζίδης γεννήθηκε το 1911 στο Κρασνοντάρ του Καυκάσου, από Έλληνα πατέρα και Ρωσίδα μητέρα. Το 1923 ήρθε με τους γονείς του στην Αθήνα. Το 1928 γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου το 1932,1935-1936 είχε δάσκαλο τον Κ. Παρθένη. Μετά την πρώτη του συμμετοχή στη ΔΕΘ το 1935, άρχισε να εκθέτει συστηματικά το έργο του ως μέλος της ομάδας «Ελεύθεροι Καλλιτέχναι» από το 1937. Αποφασιστικής σημασίας γεγονότα για την εξέλιξη της ζωγραφικής του υπήρξαν ο πόλεμος του 1940 και η ενεργή συμμετοχή του στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, συνέλεξε μάλιστα, από την παραμονή του στο βουνό, πολύτιμο υλικό, που αξιοποίησε αργότερα σε συνθέσεις μεγάλων διαστάσεων. Το 1946 έλαβε μέρος στη σημαντική έκθεση ελληνικής τέχνης στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου, ενώ η πρώτη ατομική του έκθεση έγινε στον «Παρνασσό» το 1957. Ακολουθούν μπιενάλε Αλεξάνδρειας και Διεθνής έκθεση χαρακτικής Λειψίας, Ερμιτάζ και Μόσχα. Στη Ρωσία πραγματοποίησε 25 εκθέσεις σε διάφορες πόλεις. Στη Φεράρα το 1974, στην Εθνική Πινακοθήκη το 1977 και πολλές άλλες. Λίγο μετά το τέλος του πολέμου άρχισε να ασχολείται και με τη χαρακτική. Η μαθητεία του στον Κ.Παρθένη είναι ευδιάκριτη στην πρώιμη φάση της δουλειάς του, ιδιαίτερα στα τοπία του. Ένας άλλος θεματικός τομέας της περιόδου 1936-1940, τα πορτρέτα, κινούνται σε ένα καθαρά ιδεαλιστικό πλαίσιο και συχνά φανερώνουν την ψυχογραφική του δεξιότητα. Χρησιμοποιεί σταθερά – εκτός ελαχίστων έργων σε παστέλ- ως υλικό τη λαδοτέμπερα και συχνά δανείζεται τεχνικές της χαρακτικής για να κάνει πιο αδρή τη ζωγραφική επιφάνεια των έργων του.

Από το 1964 έως το θάνατό του, το Φεβρουάριο του 1983 έζησε στη Ρόδο. Εδώ θα βρει όλη τη ζωντάνια, την ομορφιά, το μυστήριο την ποικιλία και τον πλούτο που του χρειαζόταν για το έργο του. Η ανατολική και κυρίως η δυτική πλευρά του νησιού με τις φυσικές ομορφιές τις έντονες αντιθέσεις, η ενδοχώρα, οι άνθρωποι έδωσαν στο Σεμερτζίδη πολλές εμπνεύσεις για να φιλοτεχνήσει νέα έργα, να ολοκληρώσει παλαιότερες συνθέσεις του, να δημιουργήσει τοιχογραφίες για ξενοδοχεία και δημόσια κτίρια.

Στα τέλη της δεκαετίας του 60 με αρχές του 70, εκδόθηκε ένα μικρό λεύκωμα με την ονομασία ΡΟΔΟΣ, το οποίο περιελάμβανε 8 χαρακτικά έργα της τελευταίας του δουλειάς με μια καινούργια τότε τεχνική σε μέταλλο και τυπωμένη απ΄ευθείας από τις πλάκες που χάραζε.

Σε αυτή την έκδοση, στο κείμενο που έγραψε ο αείμνηστος Αρχαιολόγος Γρηγόρης Κωνσταντινόπουλος αναφέρει: «Το παραμύθι του τόπου αυτού το εξιστόρησαν οι ζωγράφοι, χίλιες φορές από τα χρόνια κι όλας του μεσαίωνα, και της σκλαβιάς, ως την στιγμή μας, που είναι γεμάτη με πείρα, με γνώση, συλλογή και δύναμη  και προσμονή. Τα μάτια των ζωγράφων και, θα πω, η ζωντανή η φλόγα της ψυχής τους, ανάδεψε τα χρώματα και το έκανε όγκους και σκιές, έτσι  για να πιάσει την άχνα του τόπου  και των ανθρώπων του, το μόχθο και το σκοπό, όταν όλα αυτά μαζί εμίλησαν στη ψυχή τους. Σε τούτη τη τροχιά να και ένα καινούργιο βήμα. Ο ζωγράφος και χαράκτης Β. Σεμερτζίδης. Ο τεχνίτης προδίδει μέσα από τις εικόνες μας αυτές τον εαυτό του, που είναι και αδρός και δυνατός, μαζί ζεστός και καυτερός. Εκεί που συναντήθηκε με τη Ρόδο, η ψυχή του χάραξε το διάβα του με χρώμα η γραμμή είτε στον Αττάβυρο, είτε στο Κάστρο, είτε στη Λίνδο ή και στο χορό. Παντού μας καλεί της δικιάς του της φλόγας  να δούμε την μορφή και την υφή, καθώς του κίνησε το χέρι  ο κόσμος και η ανάσα ενός νησιού, της Ρόδου».

Το 1983, λίγους μήνες μετά το θάνατό του, το Δημοτικό Συμβούλιο, ενέκρινε θετικά το αίτημα της επιτροπής ονοματοδοσίας και του απένειμε την ύψιστη τιμή, δίδοντας το όνομά του σε έναν από τους δρόμους της πόλης της Ρόδου.

Με την ευκαιρία των εγκαινίων θα κυκλοφορήσει και πολυτελής δίγλωσσος κατάλογος διακοσίων περίπου σελίδων.

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, επιθυμώ να ευχαριστήσω την οικογένεια  του Βάλια Σεμερτζίδη, την σύζυγο του κα. Ρούλη, την νύφη και τις εγγονές για την ευγενή πλουσιοπάροχη χειρονομία τους, τον επιμελητή της έκθεσης ομότιμο καθηγητή ιστορίας της τέχνης του πανεπιστημίου της Κρήτης κ. Νίκο Χατζηνικολάου, την κα. Λένα Κατσανίκα Αρχιτέκτονα Μουσειολόγο για τον σχεδιασμό της έκθεσης, όλα τα Μέλη του Δ.Σ του Μουσείου, τον Δήμαρχο κ. Φώτη Χατζηδιάκο για το ενδιαφέρον στην όλη πορεία του εγχειρήματος, τον Αντιδήμαρχο Πολιτισμού κ. Τέρη Χατζηιωάννου θερμό συμπαραστάτη της προσπάθειας και τέλος τους χορηγούς Aegean Airlines και το Ιδρυμα Λασκαρίδη.

 

Δρ Νικόλαος Τσ. Φρόνας                                                                           22-11-2018

Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου

του Μουσείου Νεοελληνικής Τέχνης του Δήμου Ρόδου